πλακώνω

πλακώνω
1. μετ.
1) надавливать, прижимать, придавливать; раздавливать, распластывать; расплющивать; задавить (машиной и т. п.); 2) перен. вызывать тяжесть (в груди, в желудке); 3) совокупляться; 2. αμετ. обрушиваться, нападать, разражаться; грянуть; μας πλάκωσε η βροχή на нас обрушился дождь; § ιόν πλάκωσε στο ξύλο он его здорово избил

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "πλακώνω" в других словарях:

  • πλακώνω — πλακώνω, πλάκωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πλακώνω — πλακῶ, όω, ΝΜΑ [πλάξ, πλακός] επιστρώνω μια επιφάνεια με πλάκες, πλακοστρώνω νεοελλ. 1. πιέζω κάτι με την τοποθέτηση βάρους πάνω του («πλάκωσα τα χαρτιά για να μην τά πάρει ο αέρας») 2. συνθλίβω με το βάρος μου («αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα …   Dictionary of Greek

  • πλακώνω — πλάκωσα, πλακώθηκα, πλακωμένος 1. πιέζω, σκεπάζω κάτι με βάρη, πέφτω απάνω: Ο Γύφτος αν δεν παινέψει την καλύβα του θα πέσει και θα τον πλακώσει. 2. έρχομαι σε σαρκική επαφή, συνουσιάζομαι. 3. μτφ., ορμώ, έρχομαι ορμητικά, σκεπάζω: Μαύρη μαυρίλα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταπλακώνω — (Μ καταπλακώνω) (επιτ. τ. τού πλακώνω) 1. πέφτω πάνω σε κάτι και με το βάρος μου τό συνθλίβω, συντρίβω εντελώς («κατέπεσε ο τοίχος και καταπλάκωσε δύο εργάτες») 2. επιχωματώνω 3. (για συναίσθημα) κατακυριεύω, πλακώνω την ψυχή 4. (μέσ. και παθ.)… …   Dictionary of Greek

  • πλάκωμα — το, Ν [πλακώνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πλακώνω, η επίστρωση τοίχων ή δαπέδου με πλάκες, πλακόστρωση 2. η πίεση που ασκείται σε κάτι με την τοποθέτηση βάρους επάνω του 3. μτφ. αίσθημα δυσφορίας στο στομάχι ή στο στήθος («ψυχικό… …   Dictionary of Greek

  • καλύπτω — (AM καλύπτω) 1. βάζω κάλυμμα πάνω σε κάτι ή γύρω από κάτι, σκεπάζω κάτι (α. «το καλοκαίρι πρέπει να καλύπτει κάποιος το κεφάλι του με καπέλο» β. «οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει», ΚΔ) 2. περιβάλλω, σκεπάζω (α. «σύννεφα κάλυψαν τον… …   Dictionary of Greek

  • πιέζω — ΝΜΑ και δωρ., αιολ. και μτγν. τ. πιάζω, ιων. και επικ. τ. πιεζέω Α 1. σφίγγω δυνατά, ζουλώ με δύναμη, θλίβω, συνθλίβω, συμπιέζω, ασκώ πίεση (α. «πιέζω το βαμβάκι» β. «χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα», Ομ. Ιλ.) 2. συσφίγγω, συμμαζεύω, στοιβάζω,… …   Dictionary of Greek

  • πλακωσιά — η, Ν συρροή, συνήθως απροσδόκητη, πλήθους ανθρώπων σε έναν τόπο, κοσμοσυρροή, κοσμοπλημμύρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πλακωσ τού αορ. τού πλακώνω + κατάλ. ιά (πρβλ. αρματωσ ιά, σκαλωσ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • πλακώ — όω, Α βλ. πλακώνω …   Dictionary of Greek

  • ψυχοπλακώνω — Ν (συν. το μέσ.) ψυχοπλακώνομαι παθαίνω κατάθλιψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + πλακώνω, ομαι] …   Dictionary of Greek

  • pleaşcă — PLEÁŞCĂ s.f. 1. Câştig neaşteptat (de obicei nemeritat) obţinut fără muncă; chilipir. ♢ loc. adv. De (sau pe) pleaşcă = de pomană, fără bani. 2. (înv.) Pradă (de război), jaf, captură; rechiziţie. – Din bg., scr. pljačka. Trimis de oprocopiuc, 23 …   Dicționar Român


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»